Purple Overdose οι κορυφαιοι του psych/prog της Ελλαδας

Written by on 12 May 2020

Εις μνήμην Κώστα Κωνσταντίνου ένα πολύ αργοπορημένο αφιέρωμα

Υπό την οπτική του πόσο αγαπημένο αλλά και σημαντικό συγκρότημα είναι οι Purple Overdose, το κείμενο αυτό έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση και δυστυχώς με τραγική αφορμή. Ο Κώστας Κωνσταντίνου η ψυχή και το μυαλό του ιστορικού συγκροτήματος από τις 3 Μαΐου δεν είναι πια μαζί μας. Η μουσική του όμως θα είναι, οπότε δεν είναι ποτέ αργά να την ανακαλύψει ο οποιοσδήποτε. Ειδικά οι φίλοι της ψυχεδέλειας και του prog (ή καλύτερα της γκρίζας ζώνης ανάμεσα στα δύο είδη) θα πρέπει να χαίρονται που είχαμε τέτοιο συγκρότημα στην Ελλάδα, το καλύτερο με έδρα τη χώρα μας, ας με συγχωρήσουν οι, μάλλον μοναδικοί ανταγωνιστές για τον τίτλο, No Man’s Land και Will-o-the Wisp.

Πέρα από αυτό όμως, ο Κωνσταντίνου ήταν ένας πραγματικός λάτρης της μουσικής αυτής. Παρών σε όλες τις μικρές και μεγάλες ψυχεδελικές συναυλίες στη χώρα μας, είτε σε κοινό 20 είτε 1000 ατόμων, κάπου θα τον έπαιρνε το μάτι σου με το ψυχεδελικό του πουκάμισο. Αλλά και αφοσιωμένος συλλέκτης βινυλίων. Δε θα ισχυριστώ ότι τον γνώριζα προσωπικά, υπάρχουν πολλοί που σίγουρα έχουν ενδιαφέρουσες προσωπικές ιστορίες να αφηγηθούν, η μόνη μας επαφή ήταν μία προσπάθεια για συνέντευξη που με δική μου ευθύνη δεν έγινε ποτέ. Θυμάμαι να μου δίνει το σταθερό του τηλέφωνο (αν κατάλαβα καλά δεν είχε κινητό), να μου ζητάει να τον καλέσω βραδινές ώρες κατά προτίμηση («μετά τις 10») και κυρίως την ειλικρινή του απορία ποιος θα θέλει να διαβάσει συνέντευξή του και ποιος ενδιαφέρεται ακόμα για τους Purple Overdose.

Η μία κι δυστυχώς μοναδική φορά που τους είδα live ήταν το 1999 στο Indie Free Festival και σε μεγάλα κέφια. Μάλιστα την ίδια χρονιά, έχοντας μόλις κυκλοφορήσει το “Reborn”, έχουν ίσως τη μόνη επαφή τους με το λεγόμενο μεγάλο mainstream κοινό παίζοντας στο Rockwave Festival (την ίδια μέρα με Blur, Placebo, Mercury Rev, dEUS!). Η εμφάνισή τους αυτή υπάρχει μαγνητοσκοπημένη και παρότι ομολογουμένως τόσο το φως της ημέρας όσο και ο μεγάλος φεστιβαλικός χώρος αδικεί τη μουσική τους, είναι ενδεικτική της ποιότητάς τους. Στο indie free festival επέστρεψαν και το 2002 από όπου επίσης υπάρχει. δείγμα από την εμφάνισή τους Κρατάω πάντα πολύ ψηλά σε εκτίμηση το γεγονός πως έδειχνε έμπρακτα ότι στην ψυχή του ήταν πάντα με το underground και το εναλλακτικό ενώ ταυτόχρονα γιόρταζε το πνεύμα των ελευθέρων (ψυχεδελικών) φεστιβάλ που ήταν θεσμός τη δεκαετία του 60.

Η μόνη προσωπική ιστορία που μπορώ να μεταφέρω γιατί ήμουν παρών όταν τη διηγούταν ο ίδιος, αν δεν κάνω λάθος στη συναυλία των Blank Tapes και των Roaring 420s στο six d.o.g.s. το 2014, αφορά στην αγάπη του για τη μουσική ως ακροατής και συλλέκτης. Είχε μόλις συνέλθει από ένα σοβαρό περιστατικό με την υγεία του που τον είχε στείλει εσπευσμένα στο νοσοκομείο με κίνδυνο ακόμα και για τη ζωή του. Και όπως έλεγε ο ίδιος, ακόμα και την ώρα που ήταν στο ασθενοφόρο το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν τα καινούρια του βινύλια που είχαν έρθει στο ταχυδρομείο και δεν είχε προλάβει να παραλάβει.

Η, σχετική ή και μη, σπανιότητα κάποιων από τους δίσκους των Purple Overdose ίσως έχει κάνει δύσκολη την ακρόαση και την εκτίμηση του έργου τους από ένα μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού κοινού. Και είναι κρίμα γιατί έχει να διδάξει αρκετά πράγματα στη νέα γενιά (αξιόλογων πάντως) εγχώριων neo psych σχημάτων. Παρότι πρόκειται για ένα συγκρότημα γεννημένο στα 80s, αυτή την απίστευτα καρπερή περίοδο για τον ελληνικό rock χώρο, μέσα από την πορεία του μπορεί κάποιος εύκολα να δει τη (μετ)εξέλιξη του ψυχεδελικού ήχου στο progressive rock ακριβώς όπως συνέβη στα τέλη των 60s και τις αρχές των ’70s. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια μία σύντομη περιγραφή των LP που κυκλοφόρησαν σε μία ενεργή πορεία σχεδόν 25 ετών. Ενεργή έστω με τους ρυθμούς που ήθελε και μπορούσε να υποστηρίξει ο Κωνσταντίνου.

“Exit #4” (1988)

Η πρώτη δουλειά του Κωνσταντίνου ως Purple Overdose έχει μέσα της και πολλούς Νο Man’s Land με το rhythm section των δύο συγκροτημάτων να είναι κοινό εκείνη την περίοδο ενώ στα φωνητικά συμμετείχε η Εύη Χασαπίδου (επίσης τότε No Man’s Land, αργότερα Echo Tattoo και πιο πρόσφατα She Tames Chaos) και ο Δημητρίου των Λευκή Συμφωνία. Παρότι είναι σαφέστατα μία άγουρη ακόμα κυκλοφορία από ένα συγκρότημα που ψάχνει να βρει το χαρακτήρα του, μέσα σε αυτές ακριβώς τις αδυναμίες κρύβει και όλα τα ελκυστικά στοιχεία του που το κάνει από τις καλύτερες κυκλοφορίες τους και μάλιστα μοναδική σε ύφος. Σαφέστατα επηρεασμένη από τη Βρετανική κυρίως ψυχεδέλεια και με πολλούς Floyd περιόδου Barrett, έχει επιπλέον ισχυρό garage χαρακτήρα κυρίως στις κιθάρες. To δε “Rooby Go Round” δεν έλειψε ποτέ από το live set τους, αντίθετα εξελίχθηκε στο δικό τους “Embryo”. Ένα τραγούδι τετράλεπτο στη στούντιο εκδοχή του που όμως αποτελούσε αφορμή για μεγάλης διάρκειας jam στα live τους.

“Indigo” (1990)

Με τη δεύτερη δουλειά τους οι Purple Overdose έκαναν δύο σημαντικά βήματα. Αρχικά έγιναν συγκρότημα αντί για ένα project του Κωνσταντίνου με φιλοξενούμενους μουσικούς. Ήδη παρών σε κάποια τραγούδια του ντεμπούτου, ο Χριστόφορος Τριανταφυλλόπουλος θα αντικαταστήσει τον Νίκα στα drums (έμελλε να το ξανακάνει και στους ίδιους τους No Man’s Land αρκετά χρόνια αργότερα κατά την επανένωσή τους) ενώ για πρώτη φορά και παντοτινή καλύπτει τη θέση του μπασίστα ο Ανδρέας Ανδριόπουλος. Ως guest (για την ώρα) βρίσκουμε τον Απόστολο Λαμπούρη στο φλάουτο. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι στο “Indigo” αρχίζει να διαμορφώνεται ο ήχος των Purple Overdose και κυρίως συνθετικά φεύγουν προς πιο πολύπλοκες και «ονειρικές» συνθέσεις όπως άρεσε στον Κωνσταντίνου να τις αποκαλεί, μακριά από την ψυχεδελική pop του πρώτου δίσκου.

“Purple Overdose” (1994)

 

Κατά τα λεγόμενά του ίδιου του Κωνσταντίνου, μετά από κάποια χρόνια που το συγκρότημα ήταν στον πάγο, το ομώνυμο άλμπουμ θα σηματοδοτήσει μία νέα αρχή και μία περίοδο αυξημένης δραστηριότητας των Purple Overdose, με διαρκείς κυκλοφορίες και συναυλιακή παρουσία. Όλα τα στοιχεία του “Indigo” παραμένουν και εξελίσσονται παραπάνω στην αρχή ενός ασύλληπτου σερί δίσκων. Εδώ το φλάουτο αποκτά μόνιμη παρουσία φέρνοντας μαζί του και folk στοιχεία ενώ είναι η πρώτη φορά που φλερτάρουν τόσο έντονα και με το πρώιμο prog. Στα πλήκτρα έρχεται ο Βασίλης Καπανίκης για να αποτελέσει τον έτερο βασικό στυλοβάτη της μουσικής του συγκροτήματος από εδώ και πέρα και να συμπληρώσει την «κλασική» σύνθεσή τους. Επίσης είναι η αρχή μίας πολύ προσεγμένης αισθητικής σε ό,τι έχει να κάνει με το artwork των βινυλίων συνολικά.

“Solemn Visions” (1996)

Ηχογραφώντας για πρώτη (και τελευταία) φορά με την ίδια σύνθεση σε δύο διαδοχικούς δίσκους το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Για πολλούς ο καλύτερος δίσκος των Purple Overdose, το απόγειο της μουσικής τους προσέγγισης από το Indigo και μετά, το “Solemn Visions” έχει μεστά συνθετικά τραγούδια τα οποία ταυτόχρονα δεν έχουν χάσει το στοιχείο της περιπέτειας και τον απαραίτητο χώρο για τους μουσικούς να αναπτύσσονται. Μάλιστα είναι σημαντικό να τονισθεί πώς για συγκρότημα με ξεκάθαρο ηγέτη στο πρόσωπο του συνθέτη/κιθαρίστα/τραγουδιστή, όλα τα όργανα και κυρίως πλήκτρα και φλάουτο έχουν απόλυτα πρωταγωνιστικό ρόλο.

“Reborn” (1999)

Με την αποχώρηση του Λαμπούρη το φλάουτο μειώνεται σημαντικά, όχι και εντελώς όμως με τον Καπανίκη να αναλαμβάνει και αυτό το ρόλο. Σημαντικότερες αλλαγές, η προσθήκη περκασιονίστα στο πρόσωπο του Σταύρου Ελευθερίου και κυρίως μία νέα κατεύθυνση στον ήχο τους που τους στέλνει προς prog περιοχές. Για άλλη μία φορά ο Κωνσταντίνου ξεπερνάει τον εαυτό του συνθετικά και παρουσιάζει ίσως τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας του. Αν το “Solemn Visions” ήταν η επιτομή του ψυχεδελικού ήχου τους, το “Reborn” είναι η ένδειξη του πώς θα πορευόταν το συγκρότημα στο μέλλον. Και συγκεντρώνει την ψήφο των υπόλοιπων οπαδών στον άτυπο διαγωνισμό για την καλύτερη στουντιακή δουλειά τους.

“The Salmons Trip” Live (2001)

Ομολογουμένως ο ανταγωνισμός είναι μικρός για να σημαίνει κάτι ότι αυτός εδώ είναι ο καλύτερος ζωντανά ηχογραφημένος δίσκος σε οποιαδήποτε εκδοχή του ελληνικού rock. Αν πούμε ότι και σε διεθνές επίπεδο στέκεται εκεί ψηλά με αριστουργήματα όπως το “Space Ritual”; Η σύνθεση και κυρίως η μουσική προσέγγιση του “Reborn” αφήνονται ελεύθερες να οργιάσουν σε πρόσφατα και παλιότερα τραγούδια και δίνουν εκπληκτικά αποτελέσματα. Τα τζαμαρίσματα είναι πανταχού παρόντα και μεγαλώνουν τη διάρκεια των τραγουδιών ενώ το groove που δίνουν τα διπλά κρουστά τους ταιριάζει γάντι. Αν υπάρχει μία απαραίτητη κυκλοφορία ή/και ένα πρώτο σημείο γνωριμίας μαζί τους, τότε είναι σίγουρα το “Salmon’s Trip”. Κυκλοφόρησε μάλιστα σε πανέμορφο διπλό βινύλιο και σε cd με διαφορετικά τραγούδια!

“Painting The Air” (2003)

Δυστυχώς λίγο μετά την κυκλοφορία και την προώθηση του “Salmon’s Trip” οι Purple Overdose δε θα επανέλθουν πλήρως λειτουργικοί ποτέ. Ό,τι κυκλοφορούν από εκεί και μετά είναι από τα αρχεία του συγκροτήματος και με διάφορα επίπεδα μουσικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος. Το “Painting The Air” είναι μία συλλογή που μουσικά καλύπτει κυρίως την ενδιάμεση εποχή των “Exit #4” και “Indigo” και εστιάζει αρκετά στην ψυχεδελο-garage πλευρά τους. Τα περισσότερα τραγούδια εμφανίστηκαν μετά σε άλλη μορφή στο “Indigo”, ενώ δύο από αυτά ήταν απολύτως ακυκλοφόρητα. Σε κάθε περίπτωση όμως, αν και πισωγύρισμα σε σχέση με την πορεία που είχαν διανύσει οι Purple Overdose όταν κυκλοφόρησε η συλλογή αυτή, παραμένει ελκυστική και έχει αρκετά διαμάντια που δε θα αφήσουν αδιάφορο όποιον αγάπησε όλη την πορεία του συγκροτήματος.

“A Trip To Purpleland: The Early Years Live” (2006)

Άλλη μία κυκλοφορία που αφορά στα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος αυτή τη φορά με ζωντανές ηχογραφήσεις από το 1989 και κατά συνέπεια περιλαμβάνει κυρίως τραγούδια του πρώτου δίσκου. Παρότι απέχει μακριά από τον μουσικό οργασμό που είναι το “Salmon’s Trip” αποδεικνύεται και εδώ ότι ήδη από τα πρώτα χρόνια του το συγκρότημα ήξερε πώς να βγάζει ένα διαφορετικό feeling πάνω στη σκηνή και πώς να ξεδιπλώνει μία μουσικότητα που ασφυκτιούσε στο στούντιο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ήχος είναι απρόσμενα καθαρός και ισορροπημένος για τέτοιου είδους κυκλοφορία. Τα διαμαντάκια εδώ είναι το “Rooby Go Round” με τη φωνάρα της Εύης Χασαπίδου, το ακυκλοφόρητο “You Gotta Leave” και κυρίως το 14λεπτο jam πάνω στο περίφημο “The Trip” του Kim Fowley.

“Gemineye” (2012)

Και εκεί που πλέον είχαμε πάρει απόφαση πως ακούσαμε ό,τι είχαμε να ακούσουμε από τους Purple Overdose, να που κυκλοφόρησε απρόσμενα το 2012 ο δίσκος που έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει δέκα χρόνια πριν. Ουσιαστικά πρόκειται για το υλικό που δούλευε το συγκρότημα ως διάδοχο του “Reborn” και που για άγνωστους λόγους ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Οι ηχογραφήσεις που κυκλοφόρησαν ως “Gemineye” είναι στην πραγματικότητα τα demo που ηχογραφούσαν εκείνη την περίοδο, ένα υλικό προς περεταίρω ανάπτυξη. Από όλες τις κυκλοφορίες τους μετά την παύση των ενεργών δραστηριοτήτων αυτή είναι η πιο σημαντική για διάφορους λόγους. Αρχικά γιατί πρόκειται για 100% νέο υλικό. Πιο σημαντικά ακόμα, πρόκειται για υλικό που θα προχωρούσε τον ήχο τους ακόμα πιο μπροστά και σε νέες κατευθύνσεις. Είναι φανερό ότι τα prog στοιχεία είχαν έρθει για να μείνουν για τα καλά ενώ πλέον διανθίζονται και από jazz διάθεση σε ένα βαθμό ίσως απόρροια του Κώστα Στεργίου ως νέα παρουσία στα πλήκτρα. Δε θα ήταν μάλιστα υπερβολή να πούμε ότι και ο ίδιος ο Κωνσταντίνου βελτιωνόταν διαρκώς ως μουσικός. Και σαν μην ήταν αρκετά όλα αυτά, η κυκλοφορία του δίσκου συνέβαλε και στην επανενεργοποίηση του συγκροτήματος για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων, των οριστικά τελευταίων όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Πηγή: rocking.gr


Reader's opinions

Leave a Reply

Your email address will not be published.



Current track

Title

Artist

Current show

Sick Beats

00:00 07:00


Current show

Sick Beats

00:00 07:00